Η συγκλονιστική περιγραφή του Γιάννη Ρίτσου για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου

Η συγκλονιστική περιγραφή του Γιάννη Ρίτσου για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου

Η συγκλονιστική περιγραφή του Γιάννη Ρίτσου για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου
Η συγκλονιστική περιγραφή του Γιάννη Ρίτσου για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου

Αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος συνελήφθη και εξορίστηκε στη Γαύρο και αργότερα στη Λέρο.......

Τα επόμενα χρόνια τα πέρασε σε κατ’οικον περιορισμό στη Σάμο όπου του είχαν απαγορεύσει να κυκλοφορεί και να αλληλογραφεί. Έμεινε απομονωμένος μέχρι το 1970 όταν πήγε στην Αθήνα για να παραβρεθεί σε ένα φεστιβάλ στο Λονδίνο μαζί με τον Πάμπλο Νερούδα.

Όταν έφτασε στην Αθήνα συναντήθηκε με τον Στυλιανό Παττακό, ο οποίος του ζήτησε o λόγος του να μην περιέχει αρνητικά σχόλια για το καθεστώς.

Ο Ρίτσος αρνήθηκε και οδηγήθηκε ξανά πίσω στη Σάμο. Ωστόσο, αυτή τη φορά δεν έμεινε πολύ καιρό καθώς η υγεία του είχε επιβαρυνθεί και επέστρεψε στο σπίτι του στην οδό Μιχαήλ Κόρακα.

Τον Νοέμβριο του 1973, όταν οι φοιτητές κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο, ο Ρίτσος πήρε μέρος στη διαδήλωση της 15ης Νοεμβρίου. Έζησε από κοντά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και στάθηκε στο πλευρό των φοιτητών. Μετά τα αιματηρά γεγονότα, πήγε στον Κάλαμο Αττικής και έγραψε το «Ημερολόγιο μιας Εβδομάδας», στο οποίο ανέλυε με ποιητικό λόγο το χρονικό της εξέγερσης:

ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973

Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου.

17 Νοεμβρίου

Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία, αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι, ποιός θα πει περιμένω μέσα απ το μέσα μαύρο.

Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο, κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους πάνω απ΄τα τανκς μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς.. Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

ΚΑΛΑΜΟΣ 18 Νοεμβρίου

Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος. Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ΄ αγάλματα, πίσω απ΄τ΄ αγάλματα μέσα στ΄αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας. Τιποτ΄άλλο.

Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα -μ΄ακούς; άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω, δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.

ΑΘΗΝΑ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο κι η φωνή τους ακόμα.. – Αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ΄το αίμα τους, με το αίμα τους πάνω από την αγρυπνισμένη Αθήνα Πως μπορείτε λοιπόν; Πως μπορείτε;

20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα, τα μισά παιδιά πήγαν σχολείο οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο πλύναν τα ρούχα τ΄απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά μη φανούνε σαν άλλες σημαίες κλειστά νοικοκυριά, το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι το αλάτι χυμένο στο δρόμο το ίδιο και τ΄αλεύρι, μες στο ψυγείο το κόκκινο πουλί μ΄όλα του τα φτερά

Απ΄το θάνατο αρχίζουμε – έτσι έλεγε- απ΄το θάνατο αρχίζουμε πάλι επάνω από τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα τι να κάνουμε -είπε- να ξεχαστούμε; θα ξεχάσουμε πάλι; Σκεπασμένοι στην τρύπια κουβέρτα ως πάνω στα μάτια λίγο λίγο θα βγάλεις το ΄να πόδι δοκιμάζοντας τον αέρα τη σιωπή το σκοτάδι αργότερα τα χέρια, τελευταίο το κεφάλι. Απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα τα σπίρτα και το φως κολλημένο στον τοίχο μια τεράστια κίτρινη αφίσα Ώρα μεγάλη! ώρα σκληρή! ώρα αδειασμένη απ΄την δειλή μακροθυμία των στίχων εδώ ό,τι πια θα πει θα ΄ναι το αίμα Ω! κακόφημη ζωή ληστεμένη

22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Αργά που μεγαλώνει το μαχαίρι, αυτός που σιωπεί δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο, η ακρίδα στο ποτήρι είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του.