Αρχαία Ελληνική Γλώσσα: Η Ιερότητα και τα μυστικά της επίπεδα

Αρχαία Ελληνική Γλώσσα: Η Ιερότητα και τα μυστικά της επίπεδα

Αρχαία Ελληνική Γλώσσα: Η Ιερότητα και τα μυστικά της επίπεδα
Αρχαία Ελληνική Γλώσσα: Η Ιερότητα και τα μυστικά της επίπεδα

Είναι ανέφικτο μέσα σε λίγες σελίδες, έστω και να προσεγγίσουμε, πόσο μάλλον να αναλύσουμε, να ερευνήσουμε και να διαπραγματευτούμε ένα τόσο μεγάλο, ιερό μυστικό, απαγορευμένο και τόσο δύσκολο θέμα......

Ένα θέμα που Τιτάνες του πνεύματος, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, δαπάνησαν έργο και χρόνο ζωής και τόνους σελίδων, για να το προσεγγίσουν. Παρ΄ όλα αυτά θα επιχειρήσουμε, όσο μας επιτρέπεται, μια όσο τον δυνατόν πιο επιγραμματική, περιληπτική, σύντομη και συνάμα προσεκτική προσέγγιση του θέματος.

Από τα πανάρχαια χρόνια ο άνθρωπος ένοιωσε την ανάγκη να ανταποκριθεί στα ερεθίσματα, ενδογενή αλλά κυρίως εξωγενή, στα δεδομένα και στα γεγονότα του περιβάλλοντός του, που τον βομβάρδιζαν καθημερινά.

Εξελίσσοντας σιγά-σιγά το γνωστικό του επίπεδο, μέσα από μια ίσως ανώτερη ανθρώπινη αντιληπτική μάθηση, και προσαρμόζοντας την συμπεριφορά του, οδηγούμενος είτε από ασυνείδητες ενστικτώδεις τάσεις, είτε από το «αγελαίο ένστικτο», είτε ίσως από μια μυστική ανώτερη ώθηση, στην ομαδοποίηση των «αυτοχθόνων», με αποτέλεσμα τις πρώτες κοινωνίες. Τα φυσικά φαινόμενα, για αυτές τις πρώτες κοινωνίες, φάνταζαν μεγαλόπρεπα, ασυνήθιστα, άγνωστα. Ο κόσμος ήταν ένα θαύμα αφάνταστο, ασύλληπτο, ακατανόητο. Η περιέργεια, ο φόβος, η επιβίωση, η προστασία από τη Φύση, οδήγησαν στην θεοποίηση των φυσικών στοιχείων, δυνάμεων και νόμων. Ο άνθρωπος άρχισε να μεγαλοποιεί και να παραμορφώνει ότι του ήταν άγνωστο και ακατανόητο.

Μπροστά σε αυτήν την αδυναμία της σύλληψης, ο νους άρχισε να εκφράζει με κινήσεις, κραυγές, παραστάσεις και σύμβολα, τον κόσμο, με σκοπό με σκοπό από τη μια την κατανόησή του, και από την άλλη την απαρχή της επικοινωνίας.

Γλώσσα Επικοινωνίας

Η ανάγκη για κατανόηση, εξωτερίκευση και επικοινωνία των ανθρώπων, των ομαδοποιημένων πλέον, έστω και σε υποτυπώδη μορφή πρώτων κοινωνιών, συνυφασμένη σε ένα πλέγμα μίμησης φυσικών εικόνων, δέους, μεγαλείου και έξαρσης, δημιούργησε μια συμβολική γλώσσα επικοινωνίας, μέσα στα πρωταρχικά κοινωνικά πλαίσια. Μία συμβολική γλώσσα που στην αρχή εκφράστηκε με κραυγές, κινήσεις, αντιδράσεις και σύμβολα μίμησης, αργότερα με την μορφή της επικοινωνίας, της κάλυψης αναγκών, του μύθου και της αφήγησης, με αποτέλεσμα τον προφορικό λόγο, καθώς και της οπτικοποίησης-εικονοποίησης των φθόγγων, λημμάτων ή και εννοιών, με αποτέλεσμα την γραφή και τον γραπτό λόγο, με συνέπεια την δημιουργία αυτού του ίδιου του πολιτισμού.

Οι ήχοι, οι εικόνες της φύσης, και τα δεδομένα των αισθήσεων αποτέλεσαν τα πρώτα ερεθίσματα ενεργοποίησης των αντιληπτικών μηχανισμών του ατόμου, το οποίο αναγκάστηκε να προσαρμόσει τις αντιδράσεις του, ώστε να δημιουργήσει δειλά-δειλά τα πρώτα σύμβολα επικοινωνίας, με την μορφή εικόνων, παραστάσεων, ιδεοσυμβόλων, ήχων, εκδήλωσης συναισθηματικών καταστάσεων και γενικά συμπεριφοράς.

Έτσι δημιουργήθηκε πλέον επιτακτική ανάγκη στις πρώτες κοινωνίες, είτε από ασυνείδητες ενστικτώδεις τάσεις, όπως το «αγελαίο ένστικτο», είτε από μία ίσως παλαιότερη διασωσμένη, μυστική, ανώτερη μπορεί εξωανθρώπινη, ώθηση, μέσω των μυστικών Ιερατείων, «Μουσείων Λόγου», Διδασκαλείων και Μυστηρίων, της παραγωγής, της χρήσης και μετάδοσης της πληροφορίας, με τη μορφή ιδεοσυμβόλων, εικονοσημάτων και ηχοσημάτων στην αρχή, και στη συνέχεια πιο σύνθετων μορφών πληροφοριών, με συνέπεια την γέννηση και διαμόρφωση των πρώτων γλωσσών επικοινωνίας.

Φαίνεται ότι το υλικό για τα πρώτα κωδικοποιημένα Ιδεοσύμβολα, Εικονοσήματα, ή Ηχοσήματα, αποτέλεσαν οι πρωταρχικές παρατηρημένες επαναλαμβανόμενες φωνές της φύσης, όπως οι φωνές των ζώων, το κελάηδισμα των πουλιών, οι ήχοι των ανέμων, των κυμάτων, των καταιγίδων, της ροής του νερού, τα ανθρώπινα επι-Φωνήματα έκφρασης συναισθηματικών κυρίως καταστάσεων όπως χαράς, θαυμασμού, λύπης, πόνου , φόβου, έκπληξης κλπ. Θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν, ότι οι κλιματολογικές συνθήκες, η πανίδα και χλωρίδα της φύσης, οι ενδογενείς εσωτερικοί, ή εξωγενείς περιβαλλοντολογικοί ερεθισμοί και συναισθηματικές καταστάσεις δημιούργησαν συν τω χρόνω, την μεταφορά επαρκούς πληροφορίας και γνώσης για κάλυψη των στοιχειωδών στην αρχή αναγκών, επιβίωσης, ασφάλειας, προστασίας, αυτοπραγμάτωσης, ηδονής-ευχαρίστησης, θυμού-οργής κλπ. Δημιούργησαν έτσι ένα επαρκή κώδικα κατανόησης και επικοινωνίας μεταξύ των μελών μιας ομοειδούς ή συγκεκριμένης ομάδας με αποτέλεσμα τη γέννηση μιας μητρικής αρχικής γλώσσας επικοινωνίας από την οποία αργότερα προέκυψαν όλες οι άλλες.

Η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα

Τα πρωταρχικά Φωνήματα-Φωνήεντα α, ε, ο, ι, μετέπειτα διαμορφώθηκαν ανάλογα με την προφορά τους στα: «α», πλήρη και ανεμπόδιστη, από τα όργανα άρθρωσης, εγκέφαλο, στόμα, χείλη, γλώσσα, μύτη, εκροή του εισπνεόμενου αέρα. Συναντάται σαν ο κύριος ήχος στην φύση, στην πρωταρχική κραυγή του νεογέννητου, στις κραυγές των ζώων, στο παφλασμό των κυμάτων, στον ήχο του αέρα, στον ήχο του κεραυνού κλπ. «ε-ψιλον», λεπτή εκροή του αέρα. «ε-δασύ», παχύτερη εκροή του αέρα, (έχει πλέον εκλείψει για άγνωστους πλην σαφείς λόγους από την προφορά). «ο-μικρόν», μικρή, βραχεία εκπνοή με στρογγύλευση χειλιών. «ω-μέγα», μεγάλη, μακρά εκπνοή με στρογγύλευση χειλιών, (προφέρεται σαν διπλό ο-μικρόν). «ι-ώτα», ο λεπτότερος και υψηλότερος ήχος που μπορεί να γίνει αντιληπτός από ανθρώπινα αυτιά. «υ-ψιλόν», λεπτός, ψηλός ήχος, για παράδειγμα του αέρα που περνά μέσα από μια σχισμή. «υ-δασύ», που εξελίχθηκε σε «η-τα», παχύς διαπεραστικός ήχος, για παράδειγμα ο ήχος του αέρα στην καταιγίδα.

Με τη παρατήρηση των ποιο σύνθετων ήχων της φύσης, όπως οι κραυγές και οι ήχοι των ζώων, των πουλιών και των εντόμων, οι ήχοι των κυμάτων, της καταιγίδας, του κεραυνού, της ροής των ποταμών, των καταρρακτών, των βουητών του αέρα στο βουνό ή στο δάσος, προκάλεσε την ανάγκη για προσθήκη ήχων εκφερόμενων ταυτόχρονα με τα φωνήματα δηλαδή συν-φωνήματα ή συν-φωνα, ώστε δημιούργησαν σιγά-σιγά ένα πλήθος Σημάτων και Συμβόλων, που σαν ηχοσήματα και εικονοσήματα δημιούργησαν τα πρωταρχικά εικονογράμματα που παρίσταναν ήχους, εικόνες, παραστάσεις και καταστάσεις της φύσης, που με την κατάλληλη τοποθέτηση τους και χρήση τους σε κάποια λογική σειρά, αποτέλεσαν στη αρχή το πρώτο προφορικό, σαν ηχοσήματα, και μετέπειτα τον πρώτο γραπτό, σαν εικονοσήματα και εικονογράμματα, κώδικα διανθρώπινης επικοινωνίας, δημιουργώντας στην αρχή τον Λόγο και στη συνέχεια τη Γραφή.

Τι είναι λοιπόν η γλώσσα επικοινωνίας;

Πολύ γενικά θα λέγαμε ότι δεν είναι παρά η επινόηση και χρήση ενός συνόλου συμβόλων, εικόνων, παραστάσεων, ήχων, ερεθισμών, χαρακτήρων και ειδικών σημάτων, που χρησιμοποιούνται με βάση αυστηρώς προκαθορισμένους κανόνες για τον σχηματισμό ενός κωδικοποιημένου συστήματος ομάδων συμβόλων, κωδικογραμμάτων, εικονοσημάτων, ηχοσημάτων και κωδικών έναρθρων ή παριστάμενων εκφράσεων-λέξεων, εννοιών, μορφασμών, χειρονομιών και γενικά σημάτων και σχημάτων, κατανοητών από την ομοειδή γλωσσικά ομάδα, τον συνάνθρωπο και γενικά την τοπική κοινωνία, μετά από και διαδικασία εκμάθησης και χρήσης τους.

Η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και τα μυστικά της

Φαίνεται ότι κάποιες από αυτές τις πρωταρχικές γλώσσες επικοινωνίας δεν σχηματίστηκαν καθόλου τυχαία, αλλά έπειτα από μυστικές, ανώτερες και άγνωστες διεργασίες, μέσα σε μυστικά Ιερατεία, διδασκαλεία και αποκεκρυμμένα Μυστήρια, ή σαν ανώτερη επίδραση ή επέμβαση ανώτερων οντοτήτων, ή παλαιότερων χαμένων πολιτισμών, ώστε να ακολουθούν κάποιους αυστηρά προκαθορισμένους, ιερούς και μυστικούς ανώτερους κώδικες σχηματισμού και ομαδοποίησης, δημιουργώντας τους Ιερούς λεγόμενους μυστικούς Κώδικες και τις Ιερές λεγόμενες γλώσσες, μια που η απαρχή του πολιτισμού στον πλανήτη αυτόν δεν άρχισε το 5.000 π.Χ. ή από Αδάμ για τους μικρόνοες, αλλά δείγματα πολιτισμού, έναρθρου λόγου και εργαλειοτεχνίας εμφανίζονται αν όχι πριν από εκατομμύρια, τουλάχιστον πριν από 740.000 χρόνια και μάλιστα εδώ στην Ελλάδα.

Η Μαθηματικότερη και Ιερότερη από αυτές τις Ιερές γλώσσες, με γνωστή προϊστορία τουλάχιστον 12.000 ετών και πλέον, φαίνεται να είναι η Ελληνική γλώσσα.

Η γλώσσα αυτή που με την εξέλιξή της από τα πρώτα ιδεοσύμβολα έως τις γραμμικές Α και Β, με τουλάχιστον 2.500 ιδεοσύμβολα η μία από αυτές, τις περίφημες διαλέκτους της, Αττική, Ιωνική, Δωρική κλπ, την Ελληνιστική Δημώδη καθομιλούμενη, ή καθαρεύουσα, με 90 εκατομμύρια Ελληνικά Λήμματα (θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας της Δρ. Mac Donald), αποτελεί την κορωνίδα της ανθρώπινης διανόησης και την πρωταρχική μήτρα και μητέρα όλων των μετέπειτα γλωσσών.

Κατ’ αρχήν πρέπει να προσπαθήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε ορισμένα από τα Ιερά εφτασφράγιστα μυστικά που φυλάσσονται για χιλιετίες τώρα στην περισσότερο κωδικοποιημένη, Μαθηματικότατη και Ιερότατη μητρική Ελληνική γλώσσα. Οι πιο αφυπνισμένοι, ή καλύτερα θα λέγαμε οι πιο μυημένοι, μελετητές ή ερευνητές της Ελληνικής γλώσσας γνωρίζουν καλά ότι η Ελληνική γλώσσα παρουσιάζει τρία επίπεδα κατανόησης.

Η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα

Το «Ομιλόν», το «Σημαίνον» και το «Κρύπτον».

Το «Ομιλόν» είναι το πρώτο και αρχικό επίπεδο κατανόησης ενός ιδεοσυμβόλου, εικονοσήματος, ηχοσήματος, λήμματος, γράμματος, λέξης ή έννοιας, που δηλώνει για το τι ακριβώς ομιλεί το συγκεκριμένο σύμβολο, εικονοσήμα, ηχοσήμα, λήμμα, γράμμα, και η συγκεκριμένη λέξη ή έννοια και που σχεδόν όλοι όσοι το ακούσουν ή το δουν μπορούν να το κατανοήσουν άμεσα. Είναι δηλαδή το επίπεδο καθομιλουμένης καθημερινής χρήσης όλων όσων χρησιμοποιούν και χειρίζονται την Ελληνική γλώσσα. Παράδειγμα η έννοια «Ελευθερία» γίνεται κατανοητή, από το σύνολο όσων χρησιμοποιούν την Ελληνική γλώσσα, ως την ανεμπόδιστη έκφραση ή εκδήλωση συναισθημάτων, λόγου, ιδεών, κινήσεων, πράξεων και συμπεριφοράς στα όρια των κοινωνικώς αποδεκτών προτύπων, όρων, ορίων και συμβάσεων, το αντίθετο του περιορισμού. Η λέξη «αυτοκίνητο» γίνεται κατανοητή ως το βασικό μέσον μεταφοράς των ανθρώπων, η λέξη «υπάλληλος» ως ο έμμισθος εργαζόμενος σε μια επιχείρηση κλπ.

Το «Σημαίνον» είναι το δεύτερο επίπεδο κατανόησης ενός ιδεοσυμβόλου, εικονοσήματος, ηχοσήματος, λήμματος, γράμματος, λέξης ή έννοιας, που υποδηλώνει το τι ακριβώς σημαίνει το συγκεκριμένο σύμβολο, εικονοσήμα, ηχοσήμα, λήμμα, γράμμα, και η συγκεκριμένη λέξη ή έννοια. Δίνει την σύνθεση και την ετυμολογία της συγκεκριμένης έννοιας, καθώς συνδέει το Σήμα με το σημαινόμενο, ή δίνει με τον τονισμό των γραμμάτων, πάνω δεξιά ή κάτω αριστερά, μία άκρως μαθηματική αναλογία, πράξη ή σχέση, και που λίγοι, και μάλιστα οι πιο μορφωμένοι ή οι πιο υποψιασμένοι ή μυημένοι, μπορούν να κατανοήσουν. Είναι δηλαδή το επίπεδο ειδικής και συγκεκριμένης χρήσης όλων όσων έχουν διδαχθεί ή ερευνούν, χρησιμοποιούν και χειρίζονται την Ελληνική γλώσσα σε δεύτερο επίπεδο. Παράδειγμα η ίδια η έννοια «Ελευθερία» γίνεται κατανοητή, στο δεύτερο επίπεδό της από τους πιο εξειδικευμένους που χρησιμοποιούν την Ελληνική γλώσσα, αρχικά ως την ορθή έλευση των πραγμάτων που έρχονται, μια και η έννοια αυτή σχηματίζεται από τα συνθετικά «Ελ» που σημαίνει την έλευση, εξ’ ου και Ελευσίνα, «Ευ» που σημαίνει το σωστό, το ορθόν, και «Αιθήρ (θερία)» που σημαίνει την πεμπτουσία των πραγμάτων κατά τον Αριστοτέλη, το 5ο στοιχείο της εκδήλωσης των πραγμάτων. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι Θεοί ζουν στον Αιθέρα. «Ελευθερία» λοιπόν κατά την Ελληνική σημαίνει την ανεμπόδιστη και σωστή ροή των πραγμάτων, ενεργειών, πράξεων, ιδεών κινήσεων, λόγων, συναισθημάτων, ή συμπεριφοράς που ρέουν ή έρχονται προς την δική μας αντιληπτικότητα. Το αντίθετό της κατά συνέπεια είναι πλέον η εντός συγκεκριμένων ορίων «περι-ορισμένη» ροή ή κίνηση των ανωτέρω πραγμάτων. Η λέξη «αυτοκίνητο» γίνεται κατανοητή ως το μέσος μεταφοράς που κινείται μόνο του καθώς η λέξη αποτελείται από τα συνθετικά «αυτό» και «κίνηση». Η λέξη «υπάλληλος» κατανοείται εδώ ως ο κάτω από την εποπτεία άλλου, εργαζόμενος σε μία επιχείρηση, καθώς η λέξη απαρτίζεται από την πρόθεση «Υπό» που υπο-δηλώνει και συγκεκριμενοποιεί την προ-θεση (πριν τη θέση) κατάσταση και την αντωνυμία «Άλληλος» που δηλώνει την κύρια θέση κλπ.

Το «Κρύπτον» είναι το τρίτο και πιο μυστικό επίπεδο κατανόησης ενός ιδεοσυμβόλου, εικονοσήματος, ηχοσήματος, λήμματος, γράμματος, λέξης ή έννοιας, που υπο-δηλώνει το τι ακριβώς υπο-κρύπτει στο υπό-βαθρό του και πως δονείται, κραδαίνεται, πάλλεται, συν-τονίζει και συντονίζεται και τι αντι-δράσεις, συμπεριφορές, φαινόμενα ή ενέργειες προκαλεί το συγκεκριμένο σύμβολο, εικονοσήμα, ηχοσήμα, λήμμα, γράμμα, και η συγκεκριμένη λέξη ή έννοια. Κατάσταση που πάρα πολύ λίγοι και μάλιστα οι πιο μυημένοι, μπορούν να κατανοήσουν. Είναι δηλαδή το επίπεδο μυστικής, κωδικής και απόλυτα ελεγχόμενης χρήσης, μόνο των πολύ ολίγων μυημένων ή Αρχιερέων, που έχουν διδαχθεί πώς να χρησιμοποιούν και να χειρίζονται τους μυστικούς κώδικες της Ελληνικής γλώσσας σε βαθύτερα επίπεδα.

Για παράδειγμα η λέξη ή η έννοια «Αλήθεια», στο πρώτο της επίπεδο, το «Ομιλόν» δηλώνει αυτό που ο κάθε άνθρωπος κατανοεί ως Αληθές. Τι είναι όμως Αληθές; Στο δεύτερο επίπεδο της έννοιας δηλαδή στο «Σημαίνον», φαίνεται να εμπεριέχεται στην έννοια το «στερητικό άλφα» που σημαίνει στέρηση της ακολουθούμενης από αυτό έννοιας, που στη προκειμένη περίπτωση φαίνεται να είναι η έννοια «Λήθη» ή «Λάθος», ανάλογα με την διάλεκτο Δωρική ή Αττική. Δηλαδή «Αλήθεια» δεν είναι παρά η στέρηση Λήθη. Δηλαδή για να οδηγηθούμε στην Αλήθεια απαιτείται η ενθύμηση, η «Μνημοσύνη» (μητέρα των Μουσών) και κατά συνέπεια η εμπειρία, ο πολιτισμός, η μύηση, η μουσική, το μυστήριο (έννοιες που προέρχονται από την έννοια «Μούσα»), με σκοπό την στέρηση Λαθών και αστοχίας ώστε να επιτευχθεί ο τελικός σκοπός Αυτοπραγμάτωσης και εξέλιξης του Ανθρωπίνου Όντος. Τη στιγμή που η έννοια «Λάθος» σημαίνει το ψευδές δηλαδή την παραποίηση της πραγματικότητας, και κατά συνέπεια διαγραφή, η έννοια «Αλήθεια», στο δεύτερο επίπεδο κατανόησης σημαίνει κάθε τι που είναι πραγματικό και στο οποίο μπορεί κανείς να οδηγηθεί με σωστή χρήση της εμπειρίας στο Παρών, στο τώρα, ζώντας σωστά την στιγμή, αν διδαχθεί από τις ενθυμίσεις, τις εμπειρίες, τις παραδώσεις το παρελθόν, χωρίς λάθη και αστοχίες, μέσα από τη σωστή διαβίωση στο Παρόν, μια και οι στιγμές του παρόντος σε δευτερόλεπτα από την ώρα που τις ζούμε γίνονται παρελθόν. Δηλαδή στο «ευ ζην» ή όχι του τώρα, δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι το παρελθόν μας, ανάλογα με την στάση και συμπεριφορά μας και με διαμόρφωση και αξιοποίηση της συσσωρευμένης ατομικής και συλλογικής εμπειρίας στο «ευ ζην» του τώρα, με τελικό πραγματικά Αληθή Στόχο και Σκοπό ένα πραγματικά Αληθές Μέλλον. Αλήθεια δηλαδή είναι η ίδια η διαχρονική πραγματικότητα ανά τους αιώνες, το «Ευ Ζην» της ανθρώπινης εξέλιξης.

Πέστε μου τώρα τη σημαίνει η Αγγλική λέξη «true» για την Αλήθεια, έστω και στο πρώτο της επίπεδο μια και Αγγλική δεν διαθέτει μεγάλο βάθος, για να διαπιστώσετε την φτώχεια και την λεξιπενία της δήθεν παγκόσμιας γλώσσας, της Αγγλικής, που έτσι και αλλιώς το 65 και πλέον τοις εκατό της καθομιλουμένης Αγγλικής αποτελείται από αυτούσιες Ελληνικές λέξεις, έννοιες ή λήμματα.

Παράδειγμα η λέξη «Pause» που μεταφράζεται «παύση», αν προφερθεί χωρίς προφορά, μόνο να διαβαστεί, διαβάζεται «Παύσε - Pause», τι χρειάζεται λοιπόν η μετάφραση; Μπορούμε τώρα να αντιληφθούμε ότι οι πολέμιοι της Αλήθειας επιδιώκουν την Λήθη, ενώ οι υπέρμαχοι της Αλήθειας δεν λησμονούν αλλά διδάσκονται από το παρελθόν για να δημιουργήσουν ένα σωστότερο μέλλον.

ΚΟΣΜΟΓΕΝΝΗΣΗ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΘΗΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Στην Αρχή υπήρχε το «Χάος» Α-σχημάτιστο και Α-κατασκεύαστο και σε πλήρη Α-ταξία. Επί του Χάους περιφερόταν το «Είδος ή Ίδος» που εμπεριείχε την Πρωταρχική και μόνη Δύναμη της Ιδέας δημιουργίας του κόσμου. Δεν ήταν Θεός το Χάος, μα ούτε και το Ίδος. Θα μπορούσε όμως να εκφραστεί το Χάος σαν το Πρωταρχικό υπόβαθρο μιας αμυδρής έστω Αρχής του Θείου. Ο Θεός όμως είναι Άναρχος, δεν έχει Αρχή, αν και θα μπορούσε να είναι η Αρχή μια και από Αυτόν ξεκινούν όλα, και εφόσον δεν έχει Αρχή, δεν μπορεί να βρίσκεται κάτω από καμιά Αρχή.

Την έκφραση αυτή η Ελληνική γλώσσα την αποδίδει με την έννοια «Υπ-άρχω» βρίσκομαι δηλαδή κάτω από κάποια Αρχή που είναι πάνω από εμένα. Με την έννοια αυτή λοιπόν ο Θεός δεν Υπ-άρχει, δεν βρίσκεται δηλαδή κάτω από καμιά Αρχή. Άρα αποφατικά ο Θεός δεν υπάρχει; Κάθε άλλο και εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της Ελληνικής γλώσσας, αρκεί να κατανοήσουμε έστω και κάπως το αδύνατο να αντιληφθούμε έστω και λίγο το Άδηλο και το Άρρητο, δηλαδή το μη Δηλούμενο το Ανέκφραστο και το Άναρχο. Πως όμως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο που από την φύση του είναι αδύνατον και ακατόρθωτο μια και «τον Θεό ουδείς εώρακε πώποτεν;».

Απλά ας φανταστούμε το Χάος σαν κάτι που δεν μπορεί να εκφραστεί και να δηλωθεί αλλιώς, παρά μόνο με αυτή την ίδια τη λέξη της Ελληνικής γλώσσας «Χάος» και ας προσπαθήσουμε να το παραστήσουμε στο χώρο σαν μια εντελώς άγραφη, τελείως λευκή κόλλα χαρτιού, πάνω στην οποία δεν έχει σημειωθεί τίποτα. Επί του Χάους, κατά την Πυθαγόρεια άποψη, περιφερόταν αυτό που οι Πυθαγόρειοι ονόμαζαν «Ίδος» δηλαδή η ιδέα εν δυνάμει της δημιουργίας. Δεν ήταν το «Ίδος» ο Θεός, αλλά ένα μέσον εκδήλωσης του Θείου που εμπεριείχε μέσα του την πνευματική θεία έμπνευση της Δημιουργία&s