The COVID Developmental Deficit: Η «γενιά του lockdown»! Ένα στα τρία παιδιά παρουσιάζει δυσκολίες στις οδηγίες, την συγκέντρωση και τον αυτοέλεγχο, δημιουργώντας ανησυχία στους ειδικούς!

The COVID Developmental Deficit / Η «γενιά του lockdown»! Ένα στα τρία παιδιά παρουσιάζει δυσκολίες στις οδηγίες, την συγκέντρωση και τον αυτοέλεγχο, δημιουργώντας ανησυχία στους ειδικούς!

The COVID Developmental Deficit: Η «γενιά του lockdown»! Ένα στα τρία παιδιά παρουσιάζει δυσκολίες στις οδηγίες, την συγκέντρωση και τον αυτοέλεγχο, δημιουργώντας ανησυχία στους ειδικούς!

The COVID Developmental Deficit / Η «γενιά του lockdown»! Ένα στα τρία παιδιά παρουσιάζει δυσκολίες στις οδηγίες, την συγκέντρωση και τον αυτοέλεγχο, δημιουργώντας ανησυχία στους ειδικούς!

Στο μικροσκόπιο των ειδικών επιστημόνων βρίσκεται πλέον η λεγόμενη «γενιά του lockdown», με τα ευρήματα των πρόσφατων ερευνών να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της πανδημίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ένα στα τρία παιδιά δυσκολεύεται στη συγκέντρωση, στις οδηγίες και τον αυτοέλεγχο, εμφανίζοντας σημαντικά ελλείμματα στις κοινωνικές και γνωστικές του δεξιότητες. Το παρατεταμένο κλείσιμο των σχολείων και η κοινωνική απομόνωση των προηγούμενων ετών φαίνεται πως άφησαν βαθιά αποτυπώματα στην ανάπτυξη των ανηλίκων, φέρνοντας γονείς και εκπαιδευτικούς αντιμέτωπους με μια νέα, απαιτητική πραγματικότητα.

Επιπτώσεις των lockdown στα παιδιά: Τα προβλήματα συγκέντρωσης και αυτοελέγχου που ανησυχούν τους ειδικούς

Περισσότερες δυσκολίες στη συγκέντρωση, στην οργάνωση της συμπεριφοράς και στην τήρηση οδηγιών φαίνεται ότι παρουσιάζουν στην ηλικία των τεσσάρων ετών παιδιά που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου lockdown για την πανδημία του κορωνοϊού.

Αυτό προκύπτει από νέα επιστημονική έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Archives of Disease in Childhood» και εξέτασε την ανάπτυξη 205 παιδιών που γεννήθηκαν στην Αγγλία από τις 23 Μαρτίου έως τις 23 Ιουνίου 2020.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι περίπου ένα στα τρία παιδιά του δείγματος εμφάνιζε αυξημένες ανάγκες σε δεξιότητες που συνδέονται με τις λεγόμενες εκτελεστικές λειτουργίες του εγκεφάλου. Πρόκειται για ικανότητες απαραίτητες στην καθημερινότητα, όπως ο αυτοέλεγχος, η μνήμη εργασίας, ο προγραμματισμός, η επίλυση προβλημάτων και η προσαρμογή σε νέες συνθήκες.

Τα παιδιά αυτά πέρασαν το πρώτο και ιδιαίτερα κρίσιμο έτος της ζωής τους σε ένα πρωτόγνωρα περιορισμένο κοινωνικό περιβάλλον. Από τον Μάρτιο του 2020 έως τον Ιούλιο του 2021, οι επαφές με συγγενείς και φίλους μειώθηκαν δραστικά, οι παιδικές δραστηριότητες ανεστάλησαν και πολλοί χώροι παιχνιδιού και αναψυχής παρέμειναν κλειστοί.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η απουσία διαφορετικών κοινωνικών ερεθισμάτων ενδέχεται να επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν ορισμένες δεξιότητες, χωρίς ωστόσο η μελέτη να αποδεικνύει ότι τα περιοριστικά μέτρα αποτέλεσαν την άμεση αιτία των δυσκολιών.

Δυσκολίες στην καθημερινή λειτουργία

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του City St George’s, University of London και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες μέχρι σήμερα μελέτες για παιδιά που γεννήθηκαν στην Αγγλία κατά την πρώτη περίοδο των περιορισμών.

Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα έδειξαν χαμηλότερες επιδόσεις στις εκτελεστικές λειτουργίες σε σύγκριση με τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από την πανδημία. Οι επιδόσεις ήταν επίσης χαμηλότερες από εκείνες που θα αναμένονταν με βάση τις ικανότητες των παιδιών στη μη λεκτική συλλογιστική.

Στην πράξη, αυτό μπορεί να εκδηλώνεται ως δυσκολία ενός παιδιού να παραμείνει συγκεντρωμένο μέχρι να ολοκληρώσει μία δραστηριότητα, να θυμηθεί και να ακολουθήσει διαδοχικές οδηγίες ή να αγνοήσει περισπασμούς.

Ορισμένα παιδιά μπορεί επίσης να δυσκολεύονται περισσότερο να αλλάξουν συμπεριφορά όταν τους γίνεται μία παρατήρηση, να οργανώσουν τις κινήσεις τους ή να ελέγξουν άμεσα τις συναισθηματικές αντιδράσεις τους.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη γενιά χρειάζεται να συνεχίσει να παρακολουθείται, ώστε να διαπιστωθεί εάν οι δυσκολίες θα περιοριστούν με την πάροδο του χρόνου ή εάν θα απαιτηθούν πρόσθετα μέτρα υποστήριξης στο σχολείο και στο οικογενειακό περιβάλλον.

Πώς αξιολογήθηκαν τα παιδιά

Στο πλαίσιο της μελέτης χρησιμοποιήθηκαν τυποποιημένες δοκιμασίες για την αξιολόγηση των γλωσσικών ικανοτήτων και της μη λεκτικής συλλογιστικής.

Παράλληλα, οι γονείς και οι φροντιστές κλήθηκαν να συμπληρώσουν ειδικά ερωτηματολόγια σχετικά με τη λειτουργική μνήμη, τον συναισθηματικό έλεγχο, την ικανότητα προγραμματισμού και οργάνωσης, την αυτόνομη επίλυση προβλημάτων και τις κινητικές δεξιότητες των παιδιών.

Οι επιστήμονες τονίζουν ότι οι εκτελεστικές λειτουργίες είναι καθοριστικές τόσο για την προσαρμογή στο σχολικό περιβάλλον όσο και για τη δυνατότητα του παιδιού να διαχειρίζεται τις απαιτήσεις της καθημερινότητας.

Για τον λόγο αυτό εκτιμούν ότι ενδέχεται να χρειαστούν στοχευμένες παρεμβάσεις και περισσότεροι διαθέσιμοι πόροι για όσα παιδιά παρουσιάζουν εντονότερες δυσκολίες.

Μικτή εικόνα στη γλωσσική ανάπτυξη

Πιο σύνθετα ήταν τα ευρήματα όσον αφορά τη γλώσσα. Σε γενικές γραμμές, οι συνολικές γλωσσικές επιδόσεις των παιδιών βρίσκονταν εντός των φυσιολογικών ορίων ή ακόμη και πάνω από το αναμενόμενο επίπεδο για την ηλικία τους.

Όταν, όμως, οι ερευνητές συνέκριναν τις γλωσσικές επιδόσεις με τη μη λεκτική συλλογιστική κάθε παιδιού, εντόπισαν χαμηλότερα επίπεδα στην εκφραστική γλώσσα. Πρόκειται για την ικανότητα του παιδιού να χρησιμοποιεί λέξεις και προτάσεις προκειμένου να μεταφέρει τις σκέψεις, τις ανάγκες και τα συναισθήματά του.

Αντίθετα, η κατανόηση του προφορικού λόγου δεν παρουσίασε αντίστοιχη υστέρηση. Μία πιθανή εξήγηση, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι ότι τα παιδιά πέρασαν περισσότερο χρόνο επικοινωνώντας με τους γονείς ή τους βασικούς φροντιστές τους μέσα στο σπίτι.

Η περιορισμένη επαφή, ωστόσο, με διαφορετικά πρόσωπα, παιδιά και κοινωνικά περιβάλλοντα πιθανόν να περιόρισε τις ευκαιρίες για ενεργητική χρήση της γλώσσας σε ποικίλες καθημερινές περιστάσεις.

Οι κινητικές δεξιότητες, τόσο οι λεπτές όσο και οι αδρές, βρέθηκαν στα αναμενόμενα επίπεδα για την ηλικία των παιδιών, χωρίς να καταγράφονται σημαντικές αποκλίσεις από τα δεδομένα της περιόδου πριν από την πανδημία.

Οι περιορισμοί της έρευνας

Οι συντάκτες της μελέτης διευκρινίζουν ότι πρόκειται για παρατηρητική έρευνα και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να τεκμηριώσει ότι τα lockdown προκάλεσαν άμεσα τις δυσκολίες που καταγράφηκαν.

Δεν υπήρχε, επίσης, αντίστοιχη ομάδα παιδιών που να είχε γεννηθεί εκτός της περιόδου των περιοριστικών μέτρων, ώστε να πραγματοποιηθεί άμεση σύγκριση κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Παράλληλα, η αξιολόγηση των εκτελεστικών και κινητικών λειτουργιών βασίστηκε κυρίως στις απαντήσεις γονέων και φροντιστών και όχι αποκλειστικά σε άμεσες κλινικές δοκιμασίες.

Το δείγμα περιλάμβανε οικογένειες από διαφορετικές περιοχές και κοινωνικές ομάδες της Αγγλίας, ωστόσο περίπου το 75% των γονέων διέθετε πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο του πληθυσμού.

Παρά τους περιορισμούς, οι επιστήμονες θεωρούν ότι τα αποτελέσματα αποτελούν μία πρώτη σοβαρή ένδειξη για τις πιθανές αναπτυξιακές συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσης κατά τους πρώτους μήνες της ζωής και υπογραμμίζουν την ανάγκη συστηματικής παρακολούθησης των παιδιών που γεννήθηκαν μέσα στην πανδημία.